Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

ΑΣΩΤΟΥ ΜΥΘΟΣ - Ο συνθέτης και το καναρίνι

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας φιλόζωος. Μπήκε σε ένα κατάστημα πώλησης μικρών ζώων και οδικών πτηνών. Καθώς κοιτούσε γύρω του τα πτηνά άκουσε ένα πολύ όμορφο κελάηδισμα και γυρνώντας αντίκρισε ένα όμορφο κατακίτρινο καναρίνι. Απευθυνόμενος στον πωλητή λοιπόν ρώτησε:
- “Πόσο κοστίζει αυτό”;
- “100 ευρώ κύριε. Πρόκειται για ένα σπάνιο είδος”.
Πριν προλάβει να συνεχίσει τη συζήτηση άκουσε ένα ακόμη πιο όμορφο και δυνατότερο κελάηδισμα. Γυρνά και βλέπει ένα ακόμη ομορφότερο καναρίνι.
- “Και αυτό”;
- “Αυτό κύριε είναι σπανιότερο του πρώτου και κελαηδά περισσότερους και μελωδικότερους σκοπούς. Η τιμή του όμως είναι στα 200 ευρώ”.
Μη έχοντας ξεπεράσει την έκπληξη για το διπλασιασμό της τιμής ακούει το ομορφότερο κελάηδισμα που είχε ακούσει ποτέ. Κοιτάζει στο βάθος και βλέπει ένα τρίτο εντυπωσιακά όμορφο καναρίνι να τραγουδά με στόμφο και αυτοπεποίθηση. Ο φιλόζωος σαστισμένος πλησιάζει το κλουβί και ξαναρωτά.
- “Αυτό πόσο κοστίζει; Αυτό θέλω”
- “Η τιμή τους κύριε είναι στα 1000 ευρώ”
- “Η τιμή τους;” αναρωτιέται “Η τιμή ποιών;”
- “Κύριε, το κλουβί περιέχει δύο καναρίνια, ίσως να μην προσέξατε το άλλο. Είναι στον πάτο του κλουβιού”
Ο ενδιαφερόμενος πλησιάζει παραξενεμένος το κλουβί και κοιτώντας προσεκτικότερα διακρίνει ένα ακόμη καναρίνι. Το δεύτερο όμως ήταν ξεπουπουλιασμένο, αδύνατο, μίζερο και κουρνιασμένο σε μια γωνία.
- “Κελαηδά και αυτό το καναρίνι;” ρώτησε απορημένος ο πελάτης
- “Όχι κύριε”
- “Και πόσο κοστίζει;”
- “600 ευρώ”
- “Μα καλά με κοροϊδεύετε;” φώναξε εξοργισμένος. “Θέλετε να πληρώσω 1000 ευρώ για δύο καναρίνια εκ των οποίων το ένα είναι, είναι άσχημο, δεν κελαηδά φαίνεται έτοιμο να ψοφήσει και κοστίζει 600 ευρώ ενώ το άλλο είναι πανέμορφο, δυνατό και κελαηδά υπέροχα;”
- Ναι κύριε, αλλά δε ρωτήσατε ποιος του γράφει τα τραγούδια!

Εκείνοι που γνωρίζουν είμαι σίγουρος ότι χαμογελούν και εκείνοι που χαμογελούν φοβάμαι ότι δε γνωρίζουν. Το χειρότερο δε όλων είναι ότι ακόμη και ο έμπορος μικρών ζώων κοστολόγησε το καναρίνι - δημιουργό αξιοκρατικότερα και δικαιότερα από τους αντίστοιχους εμπόρους των έργων των ανθρώπων - δημιουργών…
Σκοπός αυτής της μικρής κατάθεσης δεν είναι ένα ακόμη μανιφέστο κατά των
δισκογραφικών εταιριών και υπέρ ημών των δημιουργών. Έχω την αίσθηση ότι κάτι τέτοιο δε θα συμπλήρωνε κατ’ ουσία τίποτα στο ήδη πλούσιο corpus της σχετικής αρθρογραφίας. Έχει γίνει άλλωστε με δηκτικό τρόπο από άξιους συναδέλφους ασχέτως αποτελέσματος. Κατά τη γνώμη μου όμως τις περισσότερες φορές το πρόβλημα είναι ότι δίνονται απαντήσεις σε λάθος ερωτήσεις. Και εξηγούμαι...
Είναι τυχαίο ότι τα τελευταία 15 τουλάχιστον χρόνια έχει εκλείψει όχι μόνο η αναγνώριση ή η προβολή αλλά ακόμη και η εμφάνιση νέων συνθετών στο προσκήνιο; Μήπως ξαφνικά η πηγή στέρεψε; Λίγο παράξενο θα ήταν δε συμφωνείτε; Η χώρα η οποία δικαίως μπορεί να επαίρεται για την παραγωγή μεγάλων συνθετών και ποιητών ξαφνικά παράγει μόνο τραγουδιστές….
Ίσως σε πρώτη ανάγνωση η ιδέα φαντάζει υπερβολική. Θέτω ανοιχτά την ερώτηση. Πόσους νέους συνθέτες γνωρίσαμε τα τελευταία 15 χρόνια; Μιλώ για συνθέτες κι όχι για συνθέτες - τραγουδιστές / ερμηνευτές των έργων τους, όχι γιατί οι δεύτεροι είναι αρκετοί αλλά γιατί στο δισυπόστατο αυτό ρόλο η ανάλυση και ο διαχωρισμός είναι αδύνατος. Αν η απάντησή σας ξεπερνά τα δάχτυλα του ενός χεριού τότε αναρωτηθείτε πόσοι πραγματικά εκτός από σας τους γνωρίζουν. Προσωπικά θα μπορούσα να αναφέρω τουλάχιστον 10 αξιόλογους συναδέλφους των οποίων τις δουλειές γνώρισα μέσα από έρευνα ή λόγω της συμβίωσής μας σε αυτό με μικρό και συνάμα τεράστιο κόσμο. Πόσοι όμως ακροατές είχαν πραγματικά την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με τα έργα τους; Τα έργα τους που σχεδόν στο σύνολό τους έχουν κοινά χαρακτηριστικά την ιδίοις εξόδοις παραγωγή, τις “μικρές” ανεξάρτητες εταιρίες παραγωγής και διανομής και τελικά την παρουσία στις προθήκες κάποιων δισκοπωλείων για ένα κάποιο μικρό χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα: αισθητική και καλλιτεχνική απόλαυση για ένα μικρό κύκλο συναδέλφων και λίγους “ψαγμένους” ακροατές.
Μια τέτοιου τύπου προσέγγιση γνωρίζω εκ των προτέρων ότι για κάποιους μοιάζει γραφική. Τα 36 μου χρόνια όμως μου δίνουν ακόμη το δικαίωμα να αυτοθεωρούμαι νέος και άμεσα μετέχων και συμμετέχων στις τεχνολογικές εξελίξεις αλλά συνάμα τη βιωματική εμπειρία της εποχής της πώλησης ενός υλικού φορέα και όχι ενός αρχείου όπως αυτή έχει ανατείλει ήδη. Ωστόσο η αλλαγή μεθόδου και υλικού συναλλαγής δε σημαίνει στο παραμικρό ότι η παραδομένη φόρμα δεν ήταν προβληματική όπως περιγράφηκε πιο πάνω.
Το ζοφερό αυτό κλίμα δυστυχώς δεν αποτελεί προϊόν μιας σειράς πολυπαραγωντικών (κοινωνιολογικών / οικονομικών / μουσικολογικών κλπ) παραμέτρων όπως συνήθως συμβαίνει στην τελική εξαγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων. Αντιθέτως πρόκειται για την απόλυτα μεθοδευμένη πολιτική για την παραγωγή ενός εύπεπτου και εμπορικού προϊόντος - κατεστημένου εφήμερων προϊόντων στο οποίο δε χωρά ιθύνων νους. Ο “παραγωγός” ξέρει καλύτερα τι ταιριάζει στο φορέα του προϊόντος (τραγουδιστής), ενώ εκείνος με τη σειρά του πρέπει να είναι ή να παίξει το ρόλο του άβουλου αγωγού ενός κάποιου καλλιτεχνικού δημιουργήματος. Ο συνθέτης και ο ποιητής ή στιχουργός έργου όμως είναι εξ’ ορισμού διανοούμενος και αυτό ενοχλεί. Ο συνθέτης και ο ποιητής ή στιχουργός έργου δε δεσμεύεται συνήθως από αποκλειστικά συμβόλαια. Ο συνθέτης και ο ποιητής ή στιχουργός έργου έχει ήδη κερδίσει τις προσωπικές του μάχες για να φοβηθεί τη σκληρή δουλειά ή την “εμπορική” κριτική ή σωστότερα την κριτική με “εμπορικά” κριτήρια. Τα εισαγωγικά δεν είναι εκείνα του χλευασμού αλλά της αμφισβήτησης γιατί δεν ξέρω αν είναι εμπορικότερο να πουληθούν 15000 cd σήμερα ή 50000 σε πέντε χρόνια. Η ιστορία του τραγουδιού μας ωστόσο δείχνει ότι ο συνθέτης και ο ποιητής ή στιχουργός έργου απολαμβάνουν ακόμη πωλήσεις 40 και 50 χρόνια μετά την έκδοση του έργου τους. Φαίνεται όμως ότι το να κερδίσει κανείς τα 20 ευρώ που φτάνει είναι “εμπορικότερο” από το να περιμένει τα 200 που έρχονται από το βάθος…Ελπίζω ωστόσο να εξακολουθούν να εκδίδονται τέτοιοι δίσκοι έστω υπό αυτές τις συνθήκες όχι ως Θερμοπύλες αλλά ως θερμοθάλαμοι ιδεών που θα τις κρατήσουν ζωντανές ελπίζοντας σε μια αλλαγή του μελλοντικού τοπίου.
Η έκταση του παρόντος δεν επιτρέπει περαιτέρω ανάπτυξη. Τα θέμα δεν κλείνει εύκολα αλλά προς το παρόν και νομίζω ότι οφείλω να καταθέσω μία ακόμη σκέψη - πρόταση στα όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Ο συναφής με το δίσκο χώρος του βιβλίου σε αντίθεση με τη δισκογραφία γνωρίζει τα τελευταία 20 χρόνια περίοδο ακμής και οργασμού. Σε αυτό βοήθησαν πολλοί παράγοντες όπως οι εκθέσεις βιβλίου που κατέληξαν σε ετήσιους θεσμούς για την πρωτεύουσα και άλλες μεγάλες πόλεις, η εκ βάθρων αναθεώρηση της αισθητικής των εκδόσεων η συλλογική προώθηση κλπ. Μήπως ήρθε επιτέλους η ώρα να μιμηθούμε και ένα αξιόλογο πρότυπο;

Φίλιππος Περιστέρης
Συνθέτης-Στιχουργός

Δεν υπάρχουν σχόλια: